Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια

Με τέτοια υλικά, τέτοιο προϊόν θα πάρεις∙ είναι κανόνας. Ακριβώς πάνω σ΄αυτό, ο Παπαδιαμάντης είχε στήσει το δίστιχό του «Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι / ο Νιανιός θα θυσιάσει για να βγάλει βουλευτή».
Το τελευταίο ως πρακτική ιδέα ενός προβληματικού πολιτικού ανθρωπότυπου που τρυπώνει λάθρα στα συμφραζόμενα ακόμα και της σημερινής κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικότητας, δεν δίνει καμία θεσμική απάντηση στο αν ο γερο-Νιανιός έχει ή όχι τη δυνατότητα να κολλάει αφίσες με τη φάτσα του κάθε προγραμμένου –εκείνου του, έστω, λάθος εκλεγμένου και ανίκανου βουλευτή‒, να στέλνει μέιλ ή sms και να τον απειλεί με κρεμάλες και εκτελεστικά αποσπάσματα.
Εδώ, εκτός από τους τόμους της καταγεγραμμένης πολιτικής θεωρίας που καίγονται ‒με όλες τις σχολές της, τα παραδείγματα, τις διαφωνίες κ.λπ.‒, θυσιάζονται ακόμη περισσότερα: από την αντιστροφή του υποδείγματος «χρόνια και ημέρες βαριάς αγωνίας για μια στιγμή γαλήνης και νηφαλιότητας» (ε, κάποια στιγμή θα πρέπει να αλλάξει), μέχρι τη δυνατότητα να μπορεί να γίνει ένας διάλογος χωρίς συνθήματα, όρκους πάνω σε αίματα, περικεφαλαίες, ψυχές και συναισθηματικές ή συμβολικές φορτίσεις, και να ληφθεί εντέλει μια απόφαση που, σε τούτη τη συγκυρία, δείχνει να κινείται γύρω από την εθνική γραμμή και είναι επωφελής για όλους.
Στην πραγματικότητα, το υπόδειγμα της πολιτικής που υπαγορεύει επιτακτικά «κραυγές και υψηλοί τόνοι μέσα στο κοινοβούλιο και εκφοβισμοί και κατατρομοκράτηση έξω» ή μνημειώδεις λαοσυνάξεις «για να ακούσουν τη φωνή μας επιτέλους αυτοί που θα ψηφίσουν», δεν ωφελεί κανέναν γερο-Νιανιό παρά μόνον εκείνον που έμαθε να θεωρεί το γκουβέρνο ιδιοκτησία του και έχει νιτερέσο να πέσει τούτη «η ανίκανη κυβέρνηση» – με κάθε τρόπο.
Το «με κάθε τρόπο», είναι όντως ένα εργαλείο. Ισως, ένα εργαλείο πολιτικού ροκ. Αλλά είναι ένα μέσο που δεν έχει καμία σχέση με τον σκοπό – αν ως σκοπό θεωρήσουμε την έξοδο της χώρας από τη διεθνή απομόνωση, τις πολλαπλές επιτροπείες, την κακομοιριά, την εθνική αυτομασίγωση και την έμμονη ανημπόρια.
Στο εργαλείο περιλαμβάνονται τρίκυκλα, Γκοτζαμάνηδες, πολιτική επένδυση στη φρίκη και πλήρης η υπόμνηση του πάλαι παρακράτους – με τη διαφορά πως αποσιωπάται ότι, ιστορικά, στην Ελλάδα αυτό το παρακράτος ήταν γνήσιο τέκνο της γενεαλογίας «των εθνικοφρόνων, των νομιμοφρόνων και κουμπάρων» που κυβέρνησαν τη χώρα. ( Ήταν τόσο πατριώτες και τόσο νομιμόφρονες που, σήμερα, είναι δύσκολο για τη νοικοκυρά ‒που καταριέται τους «προδότες της πατρίδας»‒ να βρει σκόρδα, πράσα και ρεπάνια που να φυτρώνουν πέριξ του γειτονικού Ασωπού και μην είναι μολυσμένα.)
Επιπλέον, αυτός ο τρόπος των κληρονομικών ιδιοκτητών του γκουβέρνου, αποδεικνύει και την πραγματική μέριμνά τους ως προς το σκέλος του ελληνικού πολιτισμού και της ημετέρας ελληνικής παιδείας. Σαν τη γραία Νανίτσα του Παπαδιαμάντη: «περιφερόμενη από αύλακα εις αύλακα, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί συκιού και μελιτζάναν αντί τομάτας». Με υποκρισία και δανεικά, τόσα χρόνια, αφέθηκε ο λαός να σέρνεται από πατερούλη σε εθνοσωτήρα, με αναδελφότητες, πολιτικούς χουλιγκανισμούς και μακαριότητες.
Και ερχόμαστε στην ex post εθνική αφύπνιση ένεκα του Μακεδονικού. Με σταθερές αναθυμιάσεις βαλκανίλας και υστερήσεις τριακονταετίας, η ουσία της υπόθεσης υποβαθμίζεται σε πλασαρίσματα ή κομματικές εξαερώσεις, με ή χωρίς δωροδοκίες και «βαμβακόσπορο».
«Τις πταίει;» για το χάλι και την κούραση; Μια απάντηση θα μπορούσε φορτώσει τις ευθύνες κυρίως στην κορυφή του δέντρου (την κυβερνώσα ελίτ) που κοίταγε τις δικές της τροπικότητες, αγνοώντας αλαζονικά το ρίζωμά της (τον επιλεγόμενο λαό). Και η Αριστερά; Ναι, και η Αριστερά. Η Αριστερά και η Κεντροαριστερά, με τα λόγια πάλι του Παπαδιαμάνη, υπήρξε «παλάτιον της ερημίας και της σιωπής» από τη δεκαετία του 1990, όταν ως ηγεμονεύουσα τότε Κεντροαριστερά υιοθετούσε μαζί με τη φιλοευρωπαϊκή Αριστερά πολλά νεοφιλέ αξιώματα σε μια προσπάθεια διατήρησης ορισμένων «κεντροαριστερών» ή «νεοκεϋνσιανών» στόχων που θεωρούσε αναγκαίους ως προσχώματα και αντισταθμίσματα στην αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα και τη φτωχοποίηση των ηττημένων των αγορών.
Πολλοί εκείνο το διάστημα ‒σωστά θυμίζει ο Κόλιν Κράουτς στο «Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού» (εκδ. Εκκρεμές)‒ έγραφαν άρθρα και βιβλία με τίτλο ή υπότιτλο «What’s Left?» (Τι έμεινε από την Αριστερά?) Το ερώτημα, βέβαια, ουδέποτε απαντήθηκε. Αλλά, ομοίως δεν απαντήθηκε και το άλλο παρόμοιο ερώτημα «Τι απέμεινε από τη Δεξιά?» ‒ αν σκεφτούμε ότι η ελληνική Δεξιά απεμπολεί σήμερα τον ελάχιστο κοινωνικό φιλελευθερισμό της και υποκλίνεται στην Ακροδεξιά.
Κοντολογίς, τα εκτυλισσόμενα ως θέμα εθνικής αφύπνισης έχουν να κάνουν μάλλον με τις καθυστερημένες πολιτικές τεκτονικές διευθετήσεις και ωριμάνσεις ενός πολιτικού προοδευτικού πόλου έναντι του πόλου της κοινωνικής συντήρησης, παρά με την έκβαση του Μακεδονικού. Καταστάσεις ανάλογες του Μακεδονικού ήταν ήδη ξεκάθαρες από τον ύστερο μεσαίωνα, όταν ο μεσαίωνας παραχωρούσε τη θέση του στην πρώιμη νεοτερικότητα. Το είχε πει ο Σαίξπηρ: «Οπου κρατούνται οι άρχοντες γερά, τα κράτη μένουν πάντα σταθερά». Το τελευταίο πώς προκύπτει εδώ;
 
Συντάκτης: Θανάσης Βασιλείου
Πηγή: efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: